Κυριακή, 25 Ιανουαρίου 2015

Ο Δημήτρης Σκουρτέλης και ο Βασίλης Αράπης ζωγραφίζουν στον "Δίαυλο"

Ο Βασίλης Αράπης και ο Δημήτρης Σκουρτέλης ζωγραφίζουν στον Πολυχώρο “Δίαυλο”, Αδριανού 1, Θησείο, από τις 22 Ιανουαρίου 2015 . Οργάνωση:
Θεατρική ομάδα “Πλειάδες” και η εταιρεία Plentertainment.



Το δρώμενο έγινε στα πλαίσια της έκθεσης ζωγραφικής του Βασίλη Αράπη και της Μαρίας Σιδέρη στον "Δίαυλο".
Η έκθεση πλαισιώθηκε από ομιλίες του Βασίλη Αράπη, ειδικού στην φιλοσοφία των επιστημών. Οι συζητήσεις και η αλληλεπίδραση με το κοινό ήταν ενδιαφέρουσες.


Ο Δημήτρης Σκουρτέλης κάνει μια παρέμβαση στην ομιλία του Βασίλη Αράπη.



Ο Βασίλης Αράπης (αριστερά) και ο Δημήτρης Σκουρτέλης αρχίζουν να ζωγραφίζουν.
Παραγωγικότατος, ο Βασίλης Αράπης φιλοτέχνησε τρία έργα ταυτόχρονα!











Ο Βασίλης Αράπης επί το έργον.



Τα... παρασκήνια!!!

Το κοινό επενέβη... δραστικά στα έργα... Ηρώ Νότη.


Ένα από τα έργα του Βασίλη Αράπη.

Ένα από τα έργα του Βασίλη Αράπη.

Η παλέτα του Βασίλη Αράπη.

Η παλέτα του Δημήτρη Σκουρτέλη.

Το έργο του Δημήτρη Σκουρτέλη.

Την δεύτερη μέρα προστέθηκαν το μαντικό πουλί που συνοδεύει τους μυθικούς Ακρίτες καθώς και το τυπικό φίδι-εχθρός...











Εργο του Βασίλη Αράπη.

Εργο του Βασίλη Αράπη.

Εργο του Βασίλη Αράπη.

Τρίτη, 20 Ιανουαρίου 2015

Ο Βασίλης Αράπης και ο Δημήτρης Σκουρτέλης ζωγραφίζουν ζωντανά.




Ο Βασίλης Αράπης και ο Δημήτρης Σκουρτέλης ζωγραφίζουν ζωντανά.
Στον Πολυχώρο “Δίαυλος”, Αδριανού 1, Θησείο, 22 Ιανουαρίου 2015 από τις 6 το απόγευμα.

Οργάνωση:
Θεατρική ομάδα “Πλειάδες” και η εταιρεία Plentertainment

Παρασκευή, 9 Ιανουαρίου 2015

Η Αναγέννηση των Παλαιολόγων μέρος Α΄

Η ΑΝΑΓΈΝΝΗΣΗ ΤΩΝ ΠΑΛΑΙΟΛΌΓΩΝ ΣΤΟ 

ΒΥΖΑΝΤΙΟ

(Συμβολικά, η περίοδος από την Φραγκοκρατία (1204) έως την Αλωση (1453)
Περίληψη του αντίστοιχου κεφαλαίου της διπλωματικής εργασίας ("Maitrise") του Δημήτρη Σκουρτέλη στο Πανεπιστήμιο Paris VIII, στο τμήμα Εικαστικών Τεχνών, με τίτλο : "Η αναγέννηση της Βυζαντινής ζωγραφικής το 20ο αι. στην Ελλάδα"





Η ανάπτυξη της Δύσης και ο ανταγωνισμός μεταξύ «Λατίνων» και Βυζαντινών κορυφώθηκε με την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους το 1204. Διαπιστώνουμε πως ο «ιερός πόλεμος» της Δύσης δεν κατάφερε ένα τόσο ισχυρό χτύπημα στον Μουσουλμανικό κόσμο, όσο αυτό που κατάφερε κατά του Βυζαντίου.  Στην ουσία, το πραγματικό θύμα των Σταυροφοριών, ήταν η Βυζαντινή Αυτοκρατορία.

Η Κωνσταντινούπολη ανακτήθηκε από τους Βυζαντινούς το 1261 από τον Αυτοκράτορα Μιχαήλ Παλαιολόγο (1258 - 1282) Η Δυναστεία των Παλαιολόγων ονόμασε αυτήν την περίοδο. Αλλά, η Αυτοκρατορία υπό την διοίκησή της δεν ήταν το παλιό, ισχυρό κράτος, αλλά ένα κράτος με μειωμένη έκταση, «λιωμένο ανάμεσα στη Λατινική Χριστιανοσύνη και την ασταμάτητη παλίρροια της Ανατολής» [1]

Πράγματι, πολλές Ελληνικές περιοχές κατέχονταν ακόμη από Λατίνους και Τούρκους. Η Αυτοκρατορία πνίγονταν, οικονομικά, πολιτικά και στρατιωτικά, περιμένοντας το τέλος, που όμως φαίνονταν μακρύ.




Το Βυζάντιο και ο Ελληνισμός γνωρίζουν μια νέα περίοδο, με βαριές συνέπειες στον τομέα του πολιτισμού και της τέχνης, επίσης. Η Βυζαντινή τέχνη παύει να επηρεάζει την Δύση, που σύντομα θα εξαπολύσει μια «ριζική» Αναγέννηση, ενώ το Σχίσμα απομονώνει τις δυο κοινωνίες. Από εδώ και πέρα, το Βυζάντιο, που ήθελε να είναι μια «οικουμενική» Αυτοκρατορία και το κατ’ εξοχήν Χριστιανικό κράτος, βλέπει τον εαυτό του υποχρεωμένο να αντιπαρατίθεται όχι μόνο στους «άπιστους» αλλά και στους Χριστιανούς της Δύσης, που αμφισβητούν, με μεγάλη επιτυχία άλλωστε την Pax Byzantina”.

Πρόκειται λοιπόν, για μια ριζική αλλαγή του ρόλου του Ελληνισμού στον Κόσμο. Αυτή εποχή ήταν, πάνω απ’ όλα, κρίση αξιών και προσανατολισμών. Δεν είναι αδόκιμο να ισχυριστούμε πως οι πολιτικές και πολιτιστικές επιλογές εκείνης της εποχής είχαν βαριές συνέπειες σε όλη την Νεοελληνική Ιστορία, ως τις μέρες μας. Πράγματι, καθορίστηκαν οι σχέσεις Δύσης – Βυζαντίου. Μπήκαν οι βάσεις που βοήθησαν στην επιβίωση του Εθνους κατά την επερχόμενη Τουρκοκρατία, καθώς και οι βάσεις της σύγχρονης Ορθοδοξίας. Με δυο λόγια, οι προσανατολισμοί και τα μεγάλα προβλήματα εκείνης της εποχής, είναι ακόμα επίκαιρα.




Η πλειοψηφία των ιστορικών συμφωνούν, περιγράφοντας την εποχή των Παλαιολόγων ως την πνευματική και καλλιτεχνική κορύφωση όλης της Βυζαντινής Ιστορίας. Και όμως, η πολιτιστική αυτή ακμή έρχεται σε μια περίοδο που η Αυτοκρατορία αντιμετωπίζει μια μακρά και τρομερή κρίση. Αυτό το ιστορικό παράδοξο δεν μπορεί να αγνοηθεί, σε μια εμβάθυνση της ανάλυσης της φύσης του Βυζαντινού πολιτισμού και της Αγιογραφίας εν προκειμένω. Η κλασσική ιστορική επιστήμη δεν θα μπορέσει ποτέ να ερμηνεύσει αυτό το φαινόμενο που προφανώς είναι  ανεξάρτητο από κάθε ιστορικό νόμο.[2]

Η εποχή των Παλαιολόγων σημαδεύτηκε από δυο ρεύματα, τους «Ησυχαστές» και τους «Ανθρωπιστές» που πολιτικά εκφράστηκαν με τους «Ανθενωτικούς» (Ορθόδοξους) και τους «Ενωτικούς» αντίστοιχα.

 Είναι σε αυτήν την περίοδο που η Ορθοδοξία φτάνει στην πλήρη θεολογική της ολοκλήρωση, με θεολόγους σαν τον Νικόλαο Καβάσιλα, τον Μάρκο Εφέσου, τον Γρηγόριο Παλαμά, τον Γεννάδιο Σχολάριο: «Αυτήν την δωρεά στον Αιώνα, το Βυζάντιο δεν τη κάνει τον καιρό της λάμψης, αλλά τον καιρό του κινδύνου του» «είναι μέσα στην κατάρρευση μιας κοινωνίας, μιας τάξης, μιας Χριστιανοσύνης, που η Ορθοδοξία κατορθώνει την μέγιστη σύνθεση της θεολογίας και της πνευματικότητάς της» . [3]

Η Ορθοδοξία δεν απέφυγε τον κίνδυνο του εσωτερικού σχίσματος σ’ αυτές τις διεργασίες. Το κίνημα των «Ησυχαστών» αντικατόπτριζε και τις κοινωνικές αναταράξεις της εποχής και την δίψα για κοινωνική δικαιοσύνη. Αν όμως στη Δύση αυτά οδήγησαν στο Προτεσταντικό σχίσμα, στην Ανατολή επετεύχθη η Σύνθεση, χωρίς τις καταστροφικές συνέπειες που είχαν τα ανάλογα γεγονότα στη Δύση. Οι Ησυχαστές αναγνωρίστηκαν μάλιστα, από αλλεπάλληλες Συνόδους (1341, -47, -68)

Άλλωστε, η ανυποχώρητη στάση των Ησυχαστών στο θέμα της σχέσης των Εκκλησιών, εμπόδισε την Ενωση των Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών, που ήταν τόσο επιθυμητή από τους Αυτοκράτορες, με στόχο να σώσουν την Αυτοκρατορία μέσω ενός συμβιβασμού με την Δύση.




Το άλλο κίνημα της εποχής, ήταν αυτό των «Ανθρωπιστών» που το επάνδρωναν κυρίως διανοούμενοι που ήταν συνδεδεμένοι με την Αυτοκρατορική αυλή.  Οι «Ανθρωπιστές» ενδιαφέρονταν για την κληρονομία της αρχαίας Ελλάδας, που την συνδύαζαν με μια θεολογία λίγο-πολύ ορθολογιστική. Ανάπτυξαν την μελέτη της αρχαίας γραμματείας όσο ποτέ άλλοτε.

Ο Κόσμος οφείλει ευγνωμοσύνη στους Βυζαντινούς Ανθρωπιστές. Περιορίστηκαν βέβαια στην συντήρηση και σχολιασμό των αρχαίων πηγών, αλλά χωρίς αυτό το έργο, η κληρονομιά της αρχαιότητας θα έμενε για πάντα χαμένη. Η Ιταλική Αναγέννηση τους χρωστά πολλά.

Ανθρωπιστές και Ησυχαστές συγκρούστηκαν σε θεολογικά θέματα, μια που οι πρώτοι έδιναν μεγάλη σημασία στην λογική ως μέσον κατανόησης του Θείου. Αλλωστε, ανάμεσά τους, ο Πλήθων Γεμιστός (1355-1451) κατέληξε στην ολοκληρωτική απόρριψη του Χριστιανισμού οραματιζόμενος μια πλήρη επαναφορά της αρχαιότητας. Το μήνυμά του έγινε αποδεκτό περισσότερο στη Δύση, παρά στο Βυζάντιο.  Πολλοί ανθρωπιστές βέβαια, έφυγαν στη  Δύση, ασπάστηκαν τον Ρωμαιοκαθολικισμό και συμμετείχαν ενεργά στην Αναγέννηση.

Η αντίθεση αυτή ανάμεσα στα δυο ρεύματα, εμφανίστηκε πολιτικά με τους «Ενωτικούς» και τους «Ανθενωτικούς». Οι μεν προτιμούσαν συμβιβασμό με την Δύση σε ανταλλαγή στρατιωτικής βοήθειας κατά των Τούρκων, ενώ οι δε προτιμούσαν να τηρήσουν την πίστη, έστω και εις βάρος του μέλλοντος της Αυτοκρατορίας.




Η αντίληψή μας πάνω στην ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας είναι ενοποιητική. Πιστεύουμε πως πίσω και μέσα από αυτήν την αντίθεση, Ησυχαστών-Ανθρωπιστών, Ενωτικών-Ανθενωτικών, δημιουργήθηκε μια μεγαλοπρεπής σύνθεση που είναι η ίδια η φύση και η ουσία της «Αναγέννησης των Παλαιολόγων». Και δεν υπάρχει τομέας του Βυζαντινού πολιτισμού της εποχής που αυτό να είναι πιο εμφανές από την ζωγραφική, και ειδικά την αγιογραφία, όπου συνδυάζεται εκπληκτικά το θεολογικό βάθος των Ησυχαστών με την υιοθέτηση των αρχαίων προτύπων που ενέπνεαν τους Ανθρωπιστές.