Τρίτη, 26 Αυγούστου 2014

Βυζαντινοί Δρόμωνες. Έργα Δημήτρη Σκουρτέλη

Μερικά βυζαντινά πλοία όπως τα απεικόνισε ο Δημήτρης Σκουρτέλης
Βυζαντινός Δρόμων.
Έργο Δημήτρη Σκουρτέλη.

Βυζαντινό Χελάνδιον.
Έργο Δημήτρη Σκουρτέλη.



Βυζαντινός Δρόμων.
Έργο Δημήτρη Σκουρτέλη.



Σάββατο, 23 Αυγούστου 2014

Η ΕΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΤΗΣ ΖΑΚΥΝΘΟΣ

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΚΟΥΡΤΕΛΙΟΣ

Η ΕΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΤΗΣ ΖΑΚΥΝΘΟΣ

Δια-σκεδασκευή του Δημήτρη Σκουρτέλη 
του έργου του Διονυσίου Σολωμού 
“Η γυναίκα της Ζάκυνθος” 

Πηγή εικόνας εδώ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 1

“Ο ΑΙΘΟΥΣΑΡΧΗΣ ΠΙΚΡΑΙΝΕΤΑΙ”


1. Εγώ Διονύσιος Αιθουσάρχης, εγκάτοικος στην αίθουσα Τέχνης του Αγίου Λύπιου, για να περιγράψω ό,τι στοχάζουμαι λέγω:

2. Ό,τι εγύριζα από το Γκάζι, οπού είχα πάει για να μιλήσω με έναν έμπορο τέχνης, για κάτι υπόθεσες καλλιτεχνικές.

3. Και ήτανε καλοκαίρι, και ήταν ή ώρα οπού θολώνουνε τα νερά, και είχα φθάσει στα Τρία Εκθετήρια, και ήταν εκεί ένας αράπης Ευρωπαίγος και τριγύρου ή γη όλο νερά, γιατί πάνε οι καλλιτέχνιδες και συχνο@@νουνε. και παίρνουνε κι επιδοτήσεις.

4. Εσταμάτησα σε ένα από τα Τρία Εκθετήρια και απιθώνοντας τα χέρια μου στο πρόγραμμα της έκθεσης για τα σάπια νερά και έσκυψα να ιδώ αν ήτουν πολύ πρωτοποριακό.

5. Και το είδα ως τη μέση γιομάτο κοτσάνες και είπα: Δόξα σοι ο Θεός.

6. Γλυκιά η δροσιά που στέρνει για τα σπλάχνα του αιθουσάρχη η πρωτοπορία με τα πλαστικά μπουκάλια νερού, μεγάλα τα έργα του και μεγάλη ή αφχαριστία του άνθρώπου.

7. Και οι Καλλιτέχναι κατά τη θεία Γραφή πόσοι είναι; Και συλλογίζοντας αυτό επαίξανε τα μάτια μου στα χέρια μου οπού ήτανε απιθωμένα στο πρόγραμμα για τα νερά.

8. Και θέλοντας να μετρήσω με τα δάχτυλα τους Καλλιτέχνας, ασήκωσα από το πρόγραμμα το χέρι μου το ζερβί, και κοιτώντας τα δάχτυλα του δεξιού είπα: Τάχα να είναι πολλοί;

9. Και αρχίνησα και εσύγκρενα τον αριθμό των καλλιτεχνών οπού εγνώριζα με αυτά τα πέντε δάχτυλα, και βρίσκοντας πως ετούτα επερισσεύανε ελιγόστεψα το δάχτυλο το λιανό, κρύβοντας το ανάμεσα στο πρόγραμμα και στην απαλάμη μου.

10. Και έστεκα και εθεωρούσα τα τέσσερα δάχτυλα για πολληώρα, και αιστάνθηκα μεγάλη λαχτάρα, γιατί είδα πως ήμουνα στενεμένος να λιγοστέψω, και κοντά στο λιανό μου δάχτυλο, έβαλα το σιμοτινό του στην ίδια θέση.

11. Εμνέσκανε το λοιπόν από κάτου από τα μάτια μου τα τρία δάχτυλα μοναχά, και τα εχτυπούσα ανήσυχα απάνου στο πρόγραμμα για να βοηθήσω, το νου μου να εύρει κάνε τρεις καλλιτέχνας.

12. Αλλά επειδή αρχινήσανε τα σωθικά μου να τρέμουνε σαν τη θάλασσα που δεν ησυχάζει ποτέ,

13. ασήκωσα τα τρία μου έρμα δάχτυλα και έκαμα το σταυρό μου.

14. Έπειτα θέλοντας να αριθμήσω τους άτεχνους, έχωσα το ένα χέρι μες στην τσέπη του παντελονιού μου και το άλλο ανάμεσα στο ζωνάρι μου, γιατί εκατάλαβα, αλίμονον! πως τα δάχτυλα δεν εχρειαζόντανε ολότελα.

15. Και ο νους μου εζαλίστηκε από το μεγάλον αριθμό· όμως με παρηγορούσε το να βλέπω πως καθένας κάτι καλό είχε απάνου του. Και άκουσα ένα. γέλιο φοβερό μες στο πηγάδι και είδα προβαλμένα δυο κέρατα. Πίσωθέ τους κάτι φιλότεχνοι που ήταν ειδικοί στο Κέρατον.

16. Και μου ήρθε στο νου μου, περσότερο από όλους αυτούς, ή Εικαστικός της Ζάκυνθος, ή οποία πολεμάει να βλάφτει τους άλλους με τη γλώσσα και με τα έργατα, και ήταν έχθρισσα θανάσιμη της Τέχνης.

17. Και γυρεύοντας να ιδώ εάν μέσα σε αυτήν την ψυχή, εις την οποίαν αναβράζει η κακοτεχνία του Σατανά, αν έπεσε ποτέ η απεθυμιά του παραμικρού καλού, ή μόνο πλαστικά μπουκάλια μνέσκουνε.

18. έπειτα που εστάθηκα να συλλογιστώ καλά, ύψωσα το κεφάλι μου και τα χέρια μου στον ουρανό και εφώναξα: Θέ μου, καταλαβαίνω πως γυρεύω ένα κλωνί αλάτι μες στη βυσσινάδα.

19. Και είδα πως ελάμπανε από πάνου μου όλα τ' άστρα τση Τέχνης, και άνοιξα την Βίβλο του Καντίσκι, όπου με ευφραίνει πολύ.

20. Και εβιάσθηκα να κινήσω για το εκθετήριον του Δήμου Αθηναίων, γιατί είδα πως εχασομέρησα, και ήθελα να φθάσω για να περιγράψω τη Εικαστικό της Ζάκυνθος.

21. Και ιδού καμία δωδεκαριά τεχνοκρίτες που ηθέλανε να μου εμποδίσουν το δρόμο,

22. και μη θέλοντας εγώ να τους κλοτσοβολήσω για να μην εγγίξω την ψώρα και τα (ε)π(ι)τυχία πούχανε, εστοχασθήκανε πως τους σκιάζουμαι,

23. και ήρθανε αναλύοντας σε βάθος σιμότερά μου· όμως εγώ εκαμώθηκα πως σκύφτω να πάρω πέτρα,

24. και έφυγαν όλοι και εξεθύμαιναν οι κακορίζικοι ψωριασμένοι τη λύσσα τους, ο ένας δαγκώνοντας τον άλλο.

25. Αλλά ένας όπου εδιαφέντευε κάποιους από τους τεχνοκρίτες, ένας αράπακας, επήρε κι αυτός μιά πέτρα,

26. και βάνοντας ο άθεος για σημάδι το κεφάλι εμέ του Διονυσίου του Αιθουσάρχου δεν το πίτυχε. Γιατί από τη βία τη μεγάλη, με την οποίαν ετίναξε την πέτρα, εστραβοπάτησε και έπεσε.

27. Έτσι εγώ έφτασα στην έκθεση του Γκαζιού παρηγορημένος από τές μυρωδίες του κάμπου, από τα γλυκότρεχα νερά και από τα πλαστικά μπουκάλια που εκυλιότουνα από πάνου από το κεφάλι μου σαν μία Έκθεση Πρωτοπορίας.

Το πρωτότυπο:
ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΗΣ ΖΑΚΥΝΘΟΣ



ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 1

“Ο ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΠΙΚΡΑΙΝΕΤΑΙ”


1. Εγώ Διονύσιος Ιερομόναχος, εγκάτοικος στο ξωκλήσι του Αγίου Λύπιου, για να περιγράψω ό,τι στοχάζουμαι λέγω:

2. Ό,τι εγύριζα από το μοναστήρι του Άγιου Διονυσίου, οπού είχα πάει για να μιλήσω με έναν καλόγερο, για κάτι υπόθεσες ψυχικές.

3. Και ήτανε καλοκαίρι, και ήταν ή ώρα οπού θολώνουνε τα νερά, και είχα φθάσει στα Τρία Πηγάδια, και ήταν εκεί τριγύρου ή γη όλο νερά, γιατί πάνε οι γυναίκες και συχνοβγάνουνε.

4. Εσταμάτησα σε ένα από τα Τρία Πηγάδια, και απιθώνοντας τα χέρια μου στο φιλιατρό του πηγαδιού έσκυψα να ιδώ αν ήτουν πολύ νερό.

5. Και το είδα ως τη μέση γιομάτο και είπα: Δόξα σοι ο Θεός.

6. Γλυκιά η δροσιά που στέρνει για τα σπλάχνα του ανθρώπου το καλοκαίρι, μεγάλα τα έργα του και μεγάλη ή αφχαριστία του άνθρώπου.

7. Και οι δίκαιοι κατά τη θεία Γραφή πόσοι είναι; Και συλλογίζοντας αυτό επαίξανε τα μάτια μου στα χέρια μου οπού ήτανε απιθωμένα στο φιλιατρό.

8. Και θέλοντας να μετρήσω με τα δάχτυλα τους δίκαιους, ασήκωσα από το φιλιατρό το χέρι μου το ζερβί, και κοιτώντας τα δάχτυλα του δεξιού είπα: Τάχα να είναι πολλά;

9. Και αρχίνησα και εσύγκρενα τον αριθμό των δικαίων οπού εγνώριζα με αυτά τα πέντε δάχτυλα, και βρίσκοντας πως ετούτα επερισσεύανε ελιγόστεψα το δάχτυλο το λιανό, κρύβοντας το ανάμεσα στο φιλιατρό και στην απαλάμη μου.

10. Και έστεκα και εθεωρούσα τα τέσσερα δάχτυλα για πολληώρα, και αιστάνθηκα μεγάλη λαχτάρα, γιατί είδα πως ήμουνα στενεμένος να λιγοστέψω, και κοντά στο λιανό μου δάχτυλο, έβαλα το σιμοτινό του στην ίδια θέση.

11. Εμνέσκανε το λοιπόν από κάτου από τα μάτια μου τα τρία δάχτυλα μοναχά, και τα εχτυπούσα ανήσυχα απάνου στο φιλιατρό για να βοηθήσω, το νου μου να εύρει κάνε τρεις δίκαιους.

12. Αλλά επειδή αρχινήσανε τα σωθικά μου να τρέμουνε σαν τη θάλασσα που δεν ησυχάζει ποτέ,

13. ασήκωσα τα τρία μου έρμα δάχτυλα και έκαμα το σταυρό μου.

14. Έπειτα θέλοντας να αριθμήσω τους αδίκους, έχωσα το ένα χέρι μες στην τσέπη του ράσου μου και το άλλο ανάμεσα στο ζωνάρι μου, γιατί εκατάλαβα, αλίμονον! πως τα δάχτυλα δεν εχρειαζόντανε ολότελα.

15. Και ο νους μου εζαλίστηκε από το μεγάλον αριθμό· όμως με παρηγορούσε το να βλέπω πως καθένας κάτι καλό είχε απάνου του. Και άκουσα ένα. γέλιο φοβερό μες στο πηγάδι και είδα προβαλμένα δυο κέρατα.

16. Και μου ήρθε στο νου μου, περσότερο από όλους αυτούς, ή γυναίκα της Ζάκυνθος, ή οποία πολεμάει να βλάφτει τους άλλους με τη γλώσσα και με τα έργατα, και ήταν έχθρισσα θανάσιμη του έθνους.

17. Και γυρεύοντας να ιδώ εάν μέσα σε αυτήν την ψυχή, εις την οποίαν αναβράζει η κακία του Σατανά, αν έπεσε ποτέ η απεθυμιά του παραμικρού καλού,

18. έπειτα που εστάθηκα να συλλογιστώ καλά, ύψωσα το κεφάλι μου και τα χέρια μου στον ουρανό και εφώναξα: Θέ μου, καταλαβαίνω πως γυρεύω ένα κλωνί αλάτι μες στο θερμό.

19. Και είδα πως ελάμπανε από πάνου μου όλα τ' άστρα, και εξάνοιξα την Αλετροπόδα, όπου με ευφραίνει πολύ.

20. Και εβιάσθηκα να κινήσω για το ξωκλήσι του Αγίου Λύπιου, γιατί είδα πως εχασομέρησα, και ήθελα να φθάσω για να περιγράψω τη γυναίκα της Ζάκυνθος.

21. Και ιδού καμία δωδεκαριά ψωρόσκυλα που ηθέλανε να μου εμποδίσουν το δρόμο,

22. και μη θέλοντας εγώ να τα κλοτσοβολήσω για να μην εγγίξω την ψώρα και τα αίματα πούχανε, εστοχασθήκανε πως τα σκιάζουμαι,

23. και ήρθανε βαβίζοντας σιμότερά μου· όμως εγώ εκαμώθηκα πως σκύφτω να πάρω πέτρα,

24. και έφυγαν όλα και εξεθύμαιναν τα κακορίζικα ψωριασμένα τη λύσσα τους, το ένα δαγκώνοντας το άλλο.

25. Αλλά ένας όπου εδιαφέντευε κάποια από τα ψωρόσκυλα επήρε κι αυτός μιά πέτρα,

26. και βάνοντας ο άθεος για σημάδι το κεφάλι εμέ του Διονυσίου του Ιερομόναχου δεν το πίτυχε. Γιατί από τη βία τη μεγάλη, με την οποίαν ετίναξε την πέτρα, εστραβοπάτησε και έπεσε.

27. Έτσι εγώ έφτασα στο κελί του Αγίου Λύπιου παρηγορημένος από τές μυρωδίες του κάμπου, από τα γλυκότρεχα νερά και από τον αστρόβολον ούρανό, ο όποιος εφαινότουνα από πάνου από το κεφάλι μου μία Ανάσταση.

Δημοσιεύεται και εδώ:

Περιπαίγνια του Σκουρτέλη

"Άπελθε και τας κολοκύντας γράφε" (Απολλώνιος ο Δαμασκηνός)

Τετάρτη, 13 Αυγούστου 2014

Τα ιστιοφόρα του Δημήτρη Σκουρτέλη

Έργο Δημήτρη Σκουρτέλη

Έργο Δημήτρη Σκουρτέλη

Έργο Δημήτρη Σκουρτέλη

Έργο Δημήτρη Σκουρτέλη

Έργο Δημήτρη Σκουρτέλη

Έργο Δημήτρη Σκουρτέλη

Έργο Δημήτρη Σκουρτέλη

Έργο Δημήτρη Σκουρτέλη

Έργο Δημήτρη Σκουρτέλη

Έργο Δημήτρη Σκουρτέλη

Έργο Δημήτρη Σκουρτέλη

Έργο Δημήτρη Σκουρτέλη

Έργο Δημήτρη Σκουρτέλη

Έργο Δημήτρη Σκουρτέλη

Έργο Δημήτρη Σκουρτέλη

Έργο Δημήτρη Σκουρτέλη

Έργο Δημήτρη Σκουρτέλη

Έργο Δημήτρη Σκουρτέλη

Τετάρτη, 6 Αυγούστου 2014

ΕΙΣΑΓΩΓΉ ΣΤΗΝ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΑΣ

Περίληψη του αντίστοιχου κεφαλαίου της διπλωματικής εργασίας ("Maitrise") του Δημήτρη Σκουρτέλη στο Πανεπιστήμιο Paris VIII, στο τμήμα Εικαστικών Τεχνών, με τίτλο : "Η αναγέννηση της Βυζαντινής ζωγραφικής το 20ο αι. στην Ελλάδα"



Θα ενδιαφερθούμε για το μήνυμα της αγιογραφίας όπως ερμηνεύεται στις μέρες μας. Θα καταδείξουμε κυρίως τον τρόπο και τα μέσα που χρησιμοποιεί για να εκφράσει αυτό το μήνυμα. Με ένα λόγο, θα αναλύσουμε τις αισθητικές αντιλήψεις αυτής της τέχνης.

Υποχρεωνόμαστε να αρχίσουμε με τις προκαταλήψεις της εποχής μας. Συνηθίσαμε να αποκαλούμε κάθε επιτυχημένο έργο τέχνης 'Ωραίο'. Στην πραγματικότητα, η αναζήτηση του Ωραίου δεν είναι παρά μία από τις κατευθύνσεις που μπορεί να πάρει η καλλιτεχνική έρευνα. Το Κωμικό, το Τραγικό, το Βίαιο, το Γραφικό, ακόμα και το Άσκημο, μπορούν να είναι αντικείμενα της τέχνης. Έτσι, θα ήταν προτιμότερο να χρησιμοποιούμε τον όρο "Καλό" αντί του όρου "Ωραίο" για να περιγράψουμε μια επιτυχημένη καλλιτεχνική προσπάθεια.

Δεν είναι μόνο θέμα ορολογίας. Πράγματι, για πολλούς αιώνες, μετά την Ιταλική Αναγέννηση, η Ιδανική Ομορφιά και η έρευνά της ορίστηκαν υποχρεωτικά σαν ο μοναδικός δυνατός και αναγνωρισμένος σκοπός της τέχνης. Μόνο με την εμφάνιση της Μοντέρνας Τέχνης μπόρεσε να καταρριφθεί αυτή η προκατάληψη, που όμως επηρεάζει ακόμα την συντριπτική πλειοψηφία των φιλότεχνων και πολλούς καλλιτέχνες.
Η αναζήτηση του Ωραίου ήταν το αντικείμενο δυο τεχνών με τις οποίες η αγιογραφία ήρθε σε άμεση επαφή. Πρόκειται για την Ελληνορωμαϊκή Τέχνη και αυτή της Αναγέννησης.



Το "Ωραίο" στην τέχνη καθορίζεται από την αναζήτηση των αναλογιών και του μέτρου, της τάξης και της ισορροπίας. Ένα τέτοιο έργο, που αποκαλείται συχνά και Κλασσικό, χρησιμοποιεί μια μόνο κλίμακα, και έχει αρχή, μέση και τέλος. Αν ένα του τμήμα αλλάζει, τότε αλλάζουν αναλογικά και τα υπόλοιπα. Για παράδειγμα, έχουμε τις σκάλες των αρχαίων Ελληνικών ναών της κλασσικής περιόδου. Αν ο ναός είναι μεγάλος, τα σκαλοπάτια γίνονται και αυτά υπερμεγέθη, (όπως αυτά του Παρθενώνα)και συχνά είναι αδύνατο να τα ανέβει κανείς. Το ίδιο συμβαίνει με τις πόρτες και τα άλλα επί μέρους στοιχεία. Αντιστρέφοντας τα πράγματα, ένα μόνο μέρος ενός τέτοιου έργου μπορεί, θεωρητικά, να μας δώσει τις αναλογίες του συνόλου του. Ακόμα, σε ένα κλασσικό έργο, η μορφή και το περιεχόμενο βρίσκονται σε τέλεια ισορροπία.

Η αγιογραφία έχει άλλους στόχους. Εκ γενετής, εκφράζει την οπτική του κόσμου που έχει η θρησκεία που την δημιούργησε, η Ορθοδοξία. Αλλά δεν μένει μόνο σε αυτόν τον κόσμο. Περιγράφει έναν κόσμο πνευματικό, πέρα από την διάνοιά μας, τις δυνάμεις μας και τις γνώσεις μας επί του υλικού κόσμου. Αυτή η οπτική, της οποίας η αγιογραφία είναι μάρτυρας, ξεπερνά την υλική ομορφιά, ξεπερνά την ισορροπία, επιχειρώντας να σπάσει τους δεσμούς του Κτιστού Κόσμου και επιχειρώντας να εκφράσει έναν κόσμο ασύλληπτο. Στην αγιογραφία λοιπόν, το περιεχόμενο υπερισχύει της μορφής. Η φυσιοκρατική ρεαλιστική αναπαράσταση δεν θα εξυπηρετούσε το ιδεώδες της, που ξεπερνά την φθαρτή φύση του ανθρώπου.



Θα συναντήσουμε διεργασίες αρκετά συγγενείς και σε άλλες τέχνες του Χριστιανισμού, όπως την Ρωμανική και την Γοτθική τέχνη, τηρουμένων των αναλογιών (ιστορικών, αισθητικών, θεολογικών)Ανάλογες τάσεις διασχίζουν σαν νήμα όλη την Ιστορία της Τέχνης, από την Πρωτόγονη, την Αιγυπτιακή, την Ισλαμική, καταλήγοντας σε ορισμένες μεταφυσικές τάσεις της Σύγχρονης Τέχνης. Ακόμα και μεταξύ των τάσεων της Κλασσικής Τέχνης, μερικές πλευρές της θρησκευτικής της εκδήλωσης,μας δείχνουν μια κυριαρχία του περιεχομένου πάνω στη μορφή που αποκαλύπτεται έως και τρομακτική: 
Το άγαλμα του Δία στην Ολυμπία, (σύμφωνα με περιγραφές) η Εφεσία Άρτεμις, οι τοιχογραφίες του Μιχαήλ Άγγελου... Αυτά τα έργα, αν και ανήκουν αισθητικά στο Ωραίο, το ξεπερνούν, γεννώντας στον θεατή αισθήματα έκπληξης και φόβου ξένα προς την κλασσική αρμονία.

Όσα αναφέραμε, δημιουργούν την αισθητική κατηγορία του "Υπερβατικού", ή πιο απλά, του"Υψηλού". Αυτή εκφράζει με διάφορους τρόπους το αίσθημα έκπληξης, περισυλλογής και θαυμασμού του ανθρώπου ενώπιον πνευματικών Δυνάμεων που τον ξεπερνούν. Έτσι, το Μέτρο του Ωραίου αντικαθίσταται με την παραμόρφωση, το μεγαλείο, τον δυναμισμό, το εύρος, την αντίφαση συναισθημάτων, το μυστήριο, την δύναμη,  συχνά την βία, και την έλλειψη κοινής κλίμακας που αγκαλιάζει όλα τα μέρη του έργου.

Δεν είναι όλα όσα μόλις αναφέραμε χαρακτηριστικά της αγιογραφίας. Το Υψηλό στην αγιογραφία παίρνει χαρακτηριστικά ήρεμα και ισορροπημένα. Πράγματι, στην ιστορία της Τέχνης, το Υψηλό εκφράζεται με δυο τρόπους. Αυτόν που μόλις περιγράψαμε, και έναν άλλον, πιο βίαιο, που στηρίζεται στον δυναμισμό, το μεγαλείο και στην συντριβή του θεατή μπρος στην αχαλίνωτη ορμή του. Στην Χριστιανική τέχνη, που μας ενδιαφέρει άμεσα, ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η Γοτθική Τέχνη: Ένας Γοτθικός ναός είναι ένα γιγάντιο άλμα στα ουράνια, που με την γήινη, υλική φόρα του αψηφάει κάθε Φυσικό Νόμο. Σαν ζωγραφική, σπρώχνει την απεικόνιση της πραγματικότητας στα διακοσμητικά της όρια, καταστρατηγώντας απόλυτα τις αναλογίες. Πρόκειται, κατά τον Καντ, για το "Δυναμικό Υψηλό".

Ένας Βυζαντινός ναός είναι μια αργή άνοδος στα Ουράνια. Αντίθετα, ο Γοτθικός ναός καταλήγει σε μια μύτη που τρυπά τον ουρανό, επιχειρώντας να ανέβει πιο ψηλά, ψάχνοντας έναν Θεό απόμακρο, κρυμμένο κάπου στα σύννεφα. Η άνοδος ενός Βυζαντινού ναού τελειώνει σε μια καμπύλη (τρούλο) που εκφράζει το τέλος του άλματος, την συνάντηση της ανθρωπότητας με τον Θεό, που σκεπάζει με τον θόλο τον κάτω ναό, που συμβολίζει τον κόσμο, ενώ ο τρούλος τον ουρανό.



Στο επίπεδο της ζωγραφικής, έχουμε μεγαλύτερο σεβασμό του Φυσικού, των αναλογιών, του βάθους. Έχουμε συγκρατημένη κίνηση και αίσθημα. Σε αυτήν την αντίληψη του Υψηλού, οι εξωτερικές εκφράσεις του Θείου, ο δυναμισμός και το μεγαλείο, αντικαθίστανται από την ηρεμία, την έκσταση και τον διαλογισμό. Πρόκειται για το "Μαθηματικό Υψηλό" όπου οι τάσεις του "Δυναμικού Υψηλού"βρίσκουν την ηρεμία τους, έχοντας κυριαρχήσει στον πνευματικό κόσμο

Είναι βέβαιο πως το κλασσικό Μέτρο είναι αρκετά συγγενές με αυτήν την αντίληψη του Υψηλού. Από την άλλη, η τέχνη της Ελληνικής αρχαιότητας δεν παρίστανε την ομορφιά με τρόπο εντελώς υλικό. Διαφοροποιούμενη από την Ρωμαϊκή τέχνη και αυτή της Αναγέννησης, μας δείχνει την υλική ομορφιά στην πνευματική της διάσταση. Το Ωραίο της Ελληνικής αρχαιότητας ξεπερνά -για την ακρίβεια προσπαθεί να ξεπεράσει- τον υλικό κόσμο και την πραγματικότητα.



Αυτές οι αποχρώσεις του Υψηλού και του Ωραίου, μας επιτρέπουν να διαπιστώσουμε μεγάλη συγγένεια ανάμεσα στην κλασσική αρχαιότητα και την Βυζαντινή τέχνη, που δεν είναι μόνο ιστορική, αλλά και αισθητική. Η αρχαία κλασσική Ελληνική τέχνη μας δίνει τις πνευματικές διαστάσεις του Ωραίου ενώ η αγιογραφία μας δίνει την ομορφιά του Υψηλού.

Ετσι, ορισμένοι τοποθετούν την αγιογραφία σε ξέχωρη αισθητική κατηγορία, που την ονομάζουνΠνευματική(Βράνος) Η αγιογραφία προέρχεται από μια πλήρη θεολογική ανάλυση και διαθέτει ένα ιδιαίτερο σύστημα αναπαράστασης σε όλες τις βαθμίδες (Τεχνική, μορφή, περιεχόμενο, εικονογραφικός κύκλος). Είναι λοιπόν ένα αυτόνομο αισθητικό σύστημα, αλλά αυτό δεν την εμποδίζεινα κατατάσσεται στην γενικότερη κατηγορία του Υψηλού. Το Υψηλό εκφράζει τις προγονικές τάσεις του Ανθρώπου προς το υπερφυσικό και το αιώνιο. Η αγιογραφία ερμηνεύει συμπληρώνει και ολοκληρώνει αυτές τις τάσεις με τον δικό της τρόπο, που συνίσταται ακριβώς σε μια ισορροπία του Ωραίου και του Υψηλού, με το δεύτερο, φυσικά, να κυριαρχεί.



Παρά τις διαφορές της με το κλασσικό ιδεώδες, η αγιογραφία είναι λοιπόν η συνέχεια της κλασσικής τέχνης. Υπάρχουν και όλα τα ενδιάμεσα στάδια, που υποδηλώνουν μια φυσική μετεξέλιξη. Η αρχαία κληρονομιά είναι πάντα εμφανής στην αγιογραφία, με τον ίδιο τρόπο που η αρχαία φιλοσοφία είναι εμφανής στα έργα των μεγάλων Χριστιανών θεολόγων.

Το Βυζάντιο παρέμεινε κατά την διάρκεια του Μεσαίωνα η εστία του Ελληνισμού. Φυσικά γνώρισε διάφορες 'Αναγεννήσειςπου, σε αντίθεση με την Δύση, δεν επηρέασαν την καλλιτεχνική του εξέλιξη. Αντίθετα, οι Έλληνες του Μεσαίωνα αγνοούσαν αυτό το αίσθημα του 'ξένου' και του 'αρχαίου' που έπαιξε τόσο ρόλο στη Δύση. Η αρχαιότητα ήταν γι αυτούς το εθνικό τους παρελθόν, δεν είχαν ανάγκη να την 'ξανα-ανακαλύψουν', γιατί από αυτήν αντλούσαν αδιάκοπα για να διορθώσουν ή να ανακαινίσουν, ή να βρουν νέες μορφές και τύπους” 
(Ότο Ντέμους)



Από την άλλη, οι παρεμβάσεις της αγιογραφίας στην πραγματικότητα, μπορούν να ερμηνευθούν σαν ένα κοινό σημείο με την μοντέρνα τέχνη. Ας υπογραμμίσουμε το πόσο σημαντική ήταν η έλευση της μοντέρνας τέχνης στο να επανεκτιμηθεί και να αξιολογηθεί η Βυζαντινή τέχνη, που μέχρι τότε κρίνονταν υπό το πρίσμα του Κλασικισμού. Πολλοί ερευνητές, όπως ο Ευδοκίμωφ, ο Βράνος, ο Μιχελής, επισήμαναν και ανέλυσαν αυτές τις σχέσεις ανάμεσα στην μοντέρνα τέχνη και την αγιογραφία. Επισημαίνουμε ακόμα πως η έλευση της μοντέρνας τέχνης και η αναγέννηση της βυζαντινής τέχνης στην Ελλάδα, ήταν φαινόμενα παράλληλα.

Ότι κάνει τις δυο αυτές τέχνες να πλησιάζουν, τις απομακρύνει επίσης. Όπως η αγιογραφία, η μοντέρνα τέχνη ρίχνει τα τείχη της πραγματικότητας, αλλά για να την αμφισβητήσει, να την κατανοήσει, να την εκφράσει, να την εξερευνήσει, ή και για να εκφράσει αγχωτικές και ονειρικές καταστάσεις.

Και το πιο σημαντικό, αυτά γίνονται μέσα σε ένα ακατάσχετο κλίμα ανανέωσης, ψάχνοντας νέους δρόμους έκφρασης. Αυτές οι προθέσεις δεν έχουν σχέση με τους στόχους της αγιογραφίας. Με αυτήν, η πραγματικότητα και η φύση, χωρίς να αμφισβητούνται, μεταφέρονται σε έναν άλλο, φωτεινό κόσμο.

Δημοσιεύθηκε εδώ
Περιοδικό Τέχνης και Λόγου
και εδώ